ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Γ΄ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΚΑΤ’ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΣΤΗΝ ΕΡΜΙΟΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΙΛΜΕ

Με ιδιαίτερη συγκίνηση και βαθύ αίσθημα ιστορικής ευθύνης συγκεντρωθήκαμε σήμερα στην ιστορική Ερμιόνη, για να τιμήσουμε ένα κορυφαίο γεγονός της εθνικής μας πορείας: τη συμβολή της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη, στη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση πραγματοποιήθηκε στην Ερμιόνη από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι 17 Μαρτίου 1827. Είχε αρχικά συγκληθεί τον Απρίλιο του 1826 στην Επίδαυρο. Όμως η τραγική είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου βύθισε τους Έλληνες σε βαθιά θλίψη και οδήγησε στη διακοπή των εργασιών της. Ο Αγώνας δοκιμαζόταν σκληρά ενώ οι εσωτερικές διαφωνίες και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις απειλούσαν να υπονομεύσουν όσα είχαν κατακτηθεί με τόσο μεγάλες θυσίες.

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός λαού όπου όλα μοιάζουν να χάνονται. Στιγμές όπου η κούραση βαραίνει περισσότερο από την ελπίδα και η διχόνοια πληγώνει βαθύτερα από τον ίδιο τον εχθρό. Μια τέτοια στιγμή ζούσε τότε ο Ελληνισμός. Και όμως, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι, μια μικρή γωνιά της Αργολίδας –  η Ερμιόνη -έμελλε να γίνει φάρος ελπίδας και ευθύνης για τη συνέχεια του Αγώνα.

Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας βρισκόταν σε μία από τις πιο κρίσιμες καμπές του. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, τον Νοέμβριο του 1826, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έρχεται στην Ερμιόνη. Φιλοξενούμενος στην οικία του καπετάν Γιάννη Μήτσα, οικία σήμερα οικογένειας Τουτουτζή, αντιλαμβάνεται τη σημασία του τόπου και αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για τη συνέχιση της Εθνοσυνέλευσης εδώ. Με επιμονή και αίσθημα ευθύνης, απευθύνει κάλεσμα στους πληρεξουσίους των Ελλήνων να συγκεντρωθούν στην Ερμιόνη. Στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκαν 147 πληρεξούσιοι- τα δύο τρίτα των εκπροσώπων των Ελλήνων- ενώ άλλοι παρέμειναν στην Αίγινα, γεγονός που αποτυπώνει τον έντονο διχασμό, που ταλάνιζε την Επανάσταση εκείνη την περίοδο.

Ύστερα από τη συνάθροιση της πλειοψηφίας των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη ξεκίνησαν οι προκαταρκτικές συνεδριάσεις στο πρώτο Βουλευτικό οίκημα (οικία Οικονόμου), η οποία βρίσκεται πλησίον του ιερού αυτού Ναού, και σήμερα στεγάζεται το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Μέσα σε αυτή τη δραματική συγκυρία, η Γ΄ «κατ’ επανάληψη»  Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια να διασωθεί όχι μόνο η Επανάσταση, αλλά και η προοπτική ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους.

Εδώ, σε αυτόν τον Μητροπολιτικό Ναό των Ταξιαρχών, πριν από σχεδόν δύο αιώνες, στις 11 Φεβρουαρίου 1827, αντήχησε ο ιερός όρκος των πληρεξουσίων του Έθνους: «Ορκίζομαι ενώπιον του Υψίστου Θεού, της Ιεράς ημών Θρησκείας και της Πατρίδος, μήτε να προβάλω, μήτε να ψηφίσω τι εναντίον των συμφερόντων του Έθνους κινούμενος από ιδιοτέλειαν ή πάθος, και να μην αποβλέπω εις πρόσωπον και να μην παραβλέπω το νόμιμον και το δίκαιον».

Μετά την ορκωμοσία, ξεκίνησαν οι τακτικές συνεδριάσεις. Πρόεδρος ορίστηκε ο εκ Γαστούνης Γεώργιος Σισίνης και γραμματέας ο λόγιος Νικόλαος Σπηλιάδης. Στο Βουλευτικό οίκημα πραγματοποιήθηκαν συνολικά 10 προκαταρκτικές και 17 τακτικές συνεδριάσεις.

Μέσα σε αυτές τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, οι πληρεξούσιοι που συγκεντρώθηκαν στην Ερμιόνη βρήκαν το θάρρος να συνεδριάσουν και να λάβουν σημαντικές αποφάσεις για την πολιτική οργάνωση του Αγώνα και τη μελλοντική συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν εξέχουσες μορφές της Επανάστασης, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Γεώργιος Κουντουριώτης, και πολλοί άλλοι αγωνιστές. Ανάμεσά τους και οι Ερμιονίτες Ιωάννης Οικονόμου και Δημήτριος Πανούτζος.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί η παρουσία του Νικηταρά, ο οποίος ως φρούραρχος της Εθνοσυνέλευσης προΐστατο δύναμης τετρακοσίων στρατιωτών.

Στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης διαμορφώθηκαν οι βασικές αρχές του πολιτεύματος του νέου κράτους, με διάκριση των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Πάνω σε αυτή τη βάση συντάχθηκε στη συνέχεια το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Επίσης, μία ημέρα πριν αναχωρήσει η Εθνοσυνέλευση, στη συνεδρίαση της 16ης Μαρτίου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, με διορατικότητα και βαθιά αίσθηση ευθύνης, υποστήριξε την ανάγκη ανάθεσης της διακυβέρνησης της χώρας σε έναν ηγέτη με διεθνές κύρος, που θα μπορούσε να υπερβεί τις αντιπαλότητες και να οδηγήσει το Έθνος στη σταθερότητα.

Διατύπωσε με σαφήνεια αυτή την ανάγκη, λέγοντας χαρακτηριστικά:

«Ένας πρέπει να είναι ο Κυβερνήτης μας, ο εκτελεστής των νόμων, άνθρωπος γνώστης της πολιτικής του φωτισμένου κόσμου. Και τέτοιον άνδρα έχουμε τον περίφημο Ιωάννη Καποδίστρια». Η φράση αυτή εξέφρασε την αγωνία και την ελπίδα ενός ολόκληρου λαού. Οι Έλληνες δεν αναζητούσαν πλέον μόνο έναν στρατιωτικό ηγέτη· αναζητούσαν τον «άνδρα τον ικανό» να οργανώσει κράτος.

Ο «άνήρ ο ικανός» δεν ήταν άλλος από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Η οριστική εκλογή του επικυρώθηκε λίγους μήνες αργότερα στην Τροιζήνα. Ωστόσο, η πολιτική και ηθική βάση αυτής της απόφασης είχε ήδη διαμορφωθεί εδώ, στην Ερμιόνη.

Το διάστημα που συνεδρίαζε εδώ η Εθνοσυνέλευση λειτουργούσε ουσιαστικά και ως επίσημη Κυβέρνηση, αφού η «Κυβέρνηση» με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη βρισκόταν «εγκλωβισμένη» στην Αίγινα, στηρίζοντας τον Αγώνα τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά.

Η Ερμιόνη δεν υπήρξε απλώς ένας τόπος φιλοξενίας των εργασιών της Γ΄ κατ’ επανάληψη Εθνοσυνέλευσης. Υπήρξε τόπος ευθύνης και ιστορικής ωρίμανσης.

Εδώ διατηρήθηκε η πολιτική συνέχεια του Αγώνα.

Εδώ καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η ελευθερία δεν αρκεί να κατακτηθεί-  πρέπει και να οργανωθεί. Εδώ τέθηκαν τα θεμέλια των αποφάσεων που επικυρώθηκαν αργότερα στην Τροιζήνα.

Τα ζητήματα αυτά δεν ολοκληρώθηκαν στην Ερμιόνη – όχι λόγω έλλειψης πλειοψηφίας – αλλά επειδή κρίθηκε αναγκαίο να υπάρξει συμφωνία και με τους πληρεξουσίους που βρίσκονταν στην Αίγινα. Η τελική σύνθεση επετεύχθη λίγους μήνες αργότερα στην Τροιζήνα, όπου ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης.

Η συμβολή της Ερμιόνης δεν περιορίζεται στον ιστορικό χώρο όπου συνεδρίασε η Συνέλευση. Συνδέεται άρρηκτα και με τους ανθρώπους της. Ερμιονίτες αγωνιστές και πρόκριτοι συμμετείχαν ενεργά τόσο στον απελευθερωτικό Αγώνα όσο και στις πολιτικές διεργασίες της εποχής, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση των πρώτων θεσμών του νέου ελληνικού κράτους.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία αυτή κατέχει η οικογένεια των Μητσαίων της Ερμιόνης. Οι Μητσαίοι συγκαταλέγονται ανάμεσα στις οικογένειες που συνέβαλαν ενεργά τόσο στον απελευθερωτικό Αγώνα όσο και στη φιλοξενία και υποστήριξη των πολιτικών διεργασιών της εποχής. Ο Γιάννης Μήτσας και ο Σταμάτης Μήτσας, εκπροσώπησαν την Ερμιόνη με υπευθυνότητα, πολιτική ωριμότητα και βαθύ πατριωτισμό. Με τη δράση τους και την προσφορά τους τίμησαν τον τόπο τους και συνέβαλαν ουσιαστικά στην πορεία του Αγώνα.

Μαζί με αυτούς, και άλλοι Ερμιονίτες συνέβαλαν με τη δράση, την παρουσία και την προσφορά τους στον Αγώνα και στη διαμόρφωση των πρώτων πολιτικών θεσμών του νέου ελληνικού κράτους.

Η ιστορία του τόπου μας μάς συγκινεί γιατί μας θυμίζει κάτι βαθιά διαχρονικό: ότι στις πιο δύσκολες στιγμές, όταν όλα μοιάζουν αβέβαια, η ενότητα και η ευθύνη μπορούν να αλλάξουν την πορεία ενός λαού.

Η Ερμιόνη στάθηκε τότε στο ύψος της ιστορίας της. Και το παράδειγμά της μάς καλεί – ακόμη και σήμερα – να σταθούμε αντάξιοι της ευθύνης μας απέναντι στην πατρίδα και στην ιστορία.

Κυρίες και κύριοι,

Στεκόμενοι σήμερα σε αυτόν τον ιερό ναό, εδώ, όπου πριν από σχεδόν δύο αιώνες οι αγωνιστές της Ελευθερίας ορκίστηκαν πίστη στο Έθνος, αισθανόμαστε ότι η ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό και παρελθοντικό. Είναι μια ζωντανή παρακαταθήκη ευθύνης.

Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν τότε στην Ερμιόνη – με μπροστάρηδες μεγάλες μορφές του Αγώνα αλλά και αγωνιστές του τόπου αυτού, όπως οι Μητσαίοι – δεν σκέφτηκαν τον εαυτό τους. Σκέφτηκαν το μέλλον της πατρίδας. Σε μια εποχή γεμάτη κινδύνους, διχασμούς και αβεβαιότητα, επέλεξαν την ευθύνη απέναντι στο Έθνος.

Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα που μας αφήνει η πατρίδα μας, η Ερμιόνη.

Ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στους τόπους όπου οι άνθρωποι βρίσκουν το θάρρος να ενωθούν, να αποφασίσουν και να αναλάβουν την ευθύνη για το κοινό μέλλον.

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, ζωντανή τη μνήμη εκείνων των ανθρώπων.

Ας κρατήσουμε ζωντανό το παράδειγμά τους και ας φανούμε αντάξιοι απόγονοί τους.

Σας ευχαριστώ.